ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ - Διάφορες

Ευχαριστούμε όλους εσάς που έχετε στείλει μαντινάδες και παροτρύνουμε τους νέους επισκέπτες του site μας, να μας στείλουν κι αυτοί τις δικές τους να τις δημοσιεύσουμε!

Βρέθηκαν 559 καταχωρήσεις σε 12 σελίδες
Σελίδα 1
«  ‹  1 2 3 4  ›  »
Nάταν τα νιάτα δυο φορές
τα γηρατειά καμία,
πόνοι και λύπες μια φορά
χίλιες χαρές κι υγεία
Θα περιμένω τον καιρό
στο γύρισμα του χρόνου,
κι αν δεν φυσήξει θα σε βρει
καιρός δικού μου πόνου.
Ώρα που φέγγει ο ουρανός
κι η γης γλυκοχαράζει,
ξυπνώ κι η μέρα δίχως σου
νύχτα κι εκείνη μοιάζει.
Αλλοτινού καιρού χαρές
στο νου μου οντε θα ρθούνε,
λουλούδια που 'ναι ολόξερα
μονημερής ανθούνε.
Και πέρνω πένα και χαρτί
ότι έφυγε να μείνει,
σα μια καλή ανάμνηση
όπου γερνά και σβήνει.
Κάθε ανάμνηση γλυκειά
στο νου περιπλανιέται,
όπως το νυχτολούλουδο
βράδυ ξαναγεννιέται.
Από το μίσος πιο βαριά
είναι η αδιαφορία,
κι αυτή θα μεταχειριστώ
κι εγώ για την πορεία.
Βαλε κρασί στο σώμα μου
κι έλα να το μυρίσεις,
να νιώσω οτι 'ρθε η Άνοιξη
σε μένα να γυρίσεις.
Η μαντινάδα της στιγμής
κι η έμπνευση το ίδιο,
κάποιοι την κάνουν πίνακα
κι άλλοι την κάνουν στίχο.
Κοιμήθηκα στα χρώματα
που έφτιαξα για σένα,
και όταν ήρθε το πρωί
τα βρήκα διαλυμένα.
Λευκό θα βάλω φόρεμα
θα λύσω τα μαλλιά μου,
και θα ρθω ,να φανερωθώ
θα ανοίξω τα φτερά μου.
Εγώ δεν ζήτησα λεφτά
ούτε μεγάλες δόξες,
μια ματιά σου μοναχά
να ανοίξουνε οι "πόρτες".
Ανθρώπους γνώρισα πολλούς
κάθε ένας είχε κάτι,
κανείς όμως δεν μίλησε
ποτέ του για αγάπη.
Ζωγράφισα έναν πινάκα
κι έδωσα την μορφή σου,
και τι δε θα δινα εγώ
για μια στιγμή μαζί σου.
Κάλια να μη μου το λεγες
πως είσαι στην Αθήνα,
φύσηξε ένας άνεμος
και ξύπνησε η ελπίδα.
Μια μαντινάδα Κρητική
για σένα κοπελιά μου,
έγραψα πάνω στο χαρτί
και μέσα στην καρδιά μου.
Δώσε μου φως για να διαβώ
στα αστέρια του ουρανού σου,
κι εγώ θα γίνω ανάμνηση
θα φύγω απ' το νου σου.
Ζωγράφισα έναν πίνακα
και έβαλα μαύρο χρώμα,
αφού σε πηρέ ο Άρχοντας
και σε έριξε στο χώμα.
Στο ματωμένο ουρανό
που άπλωσα τα χέρια,
πούπουλα πεσαν πάνω μου
κόκκινα περιστέρια.
Κάθεται σ' ένα σύννεφο
μόνος με τα φτερά του,
και κλαίει η μανούλα του
φωνάζει τα όνειρα του.
Ένα μεγάλο ευχαριστώ
θέλω να σου χαρίσω,
και κορυφαίο δάσκαλο
θα' θελα να σε χρήσω.
Ήταν σπουδαία μάθηση
και άξιζε το κόπο,
εσύ μου την εδίδαξες
με το σωστό τον τρόπο.
Εγώ που εφοβόμουνα
να πιάσω τα τιμόνια,
τώρα μπορώ και οδηγώ
ακόμη και στα χιόνια.
Κοιτάζω τα άστρα του ουρανού
θεέ μου να πέσει ένα,
να κάμω ευχή να μην μπορεί
να ζει χωρίς εμένα.
Με καθαρό το πρόσωπο
εις το χωριό μου βγαίνω,
γιάντα μου κάνουν έφοδο
δεν το καταλαβαίνω.
Καρδιά μου μες στα χέρια σου
θέλω κρασί να πίνω,
να σε 'χω πάντα δίπλα μου
κάθε καημό να σβήνω.
Κόπηκαν οι ελπίδες μου
σαν του δεντρού τα φύλλα,
οπού τα παίρνει ο άνεμος
και μένουνε τα ξύλα.
Μη μου θυμώνεις μάθια μου
που είμαι μακριά σου,
πουλί θα γείνω και θα ‘ρθώ
μες τη γλυκιά αγκαλιά σου.
Σε κάθε στάλα της βροχής
το σ’ αγαπώ θα γράψω,
και όταν πέσουν πάνω σου
μόνο τότε θα παψω.
Ένας αέρας φύσηξε
κι επήρε τα μαλλιά μου,
και ξύπνησε και φούντωσε
ξανά τα όνειρα μου.
Φέρτε μου δηλητήριο
μον' έτσι θα ξεχάσω,
όσες στιγμές εζήσαμε
πως να τις ξεπεράσω;
Γλάρος θα 'θελα να μουνα
οντε θα ταξιδεύεις,
να πέφτω μες τη θάλασσα
κι εσύ να με χαζεύεις.
Στο δρόμο του τραγούδαγε
ζεστά που με κρατούσε,
δώρο λέει με πήγαινε
σ’ αυτήν που αγαπούσε.
Φτάσαμε στον προορισμό
ένιωθα την καρδιά του,
μαράθηκα στα χέρια του
σκόρπισα τα ονειρά του.
Κάποτε ήμουνα εγώ
ο Βραδινός ο Κρίνος,
που με λαχτάρα ήθελα
να με προσέξει, εκείνος.
Αρνήθηκες με και λοιπόν;
δεν χάθηκε η ζήση,
του έρωτα σου τη φωθιά
μια άλλη θα την σβήσει.
Αρρώστησε μια κοπελιά
κι όμως γιατρό δε θέλει,
γιατί το ξέρει το γιατρικό
πως είναι το κοπέλι.
Αχι τα μερακλίκια μου
και τίνος να τ’ αφήσω,
να τα προσέξει όμορφα
να μην τα χαραμίσω.
Οι φίλοι μου με σέβονται
τσ΄ εχθρούς δε τσι φοβούμαι,
Γι’ αυτό κι εγώ στα πρόβατα
έπαψα να κοιμούμαι.
Όπλισε το πιστόλι σου
κάμε το κλείστρο απάνω,
και τόπο τσι σκοποβολής
το μπέτη μου σου βάνω.
Καλιά στα όρη μοναχός
σαν τ' άγριο θηρίο,
παρά να είμαι υπάλληλος
στο ποιό καλό γραφείο.
Τριάντα χρόνους βοσκική
ιντά 'χω κερδισμένα,
μόν΄ ένα όνομα κακό
χαρτιά μουτζουρωμένα.
Είσαι αέρας θάλασσα
ήλιος βροχή και χιόνι,
κάτι που φεύγει κι έρχεται
κάτι που δεν τελειώνει.
Θέ μου και κάντην θάλασσα
και μένα κάμε άμμο,
μα να' χει κύμα να' ρχεται
στην αγκαλιά μου πάνω.
Οντε θα ρθεις στη σκέψη μου
τα χείλη μου δαγκώνω,
και πίνω από τα χείλη μου
αίμα και δυναμώνω.
Είχα το θάρρος κάποτε
μακριά μου να σε πέμψω,
μα ήρθε ο καιρός λουλούδι μου
πίσω να σε γυρέψω..
Ζήτησε υποστήριξη
και του δωσα όση είχα,
κι εγώ από το γέλιο του
τη δύναμη μου βρήκα.
Θεέ μου θα λιώσει το κορμί
σαν το κερί θα λιώσει,
αφού εκείνη τη στιγμή
δεν θα τη ξανανιώσει...
Μάζεψε τα κομμάτια μου
τα ένωσε για λίγο,
μα σπασαν όταν έφυγε
απ’ το όνειρο εκείνο...
Θα πάρω τα όρη τα βουνά
μήπως και τον ξεχάσω,
εκείνη τη συνάντηση
πως να τη ξεπεράσω;
«  ‹  1 2 3 4  ›  »